Μετωπική διπλωματική επίθεση της Άγκυρας και η ανάγκη εθνικής στρατηγικής ισχύος

Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Διάλογος χωρίς αυταπάτες ή διαρκής υποχώρηση;;


Πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν η Τουρκία επανήλθε σε σκληρή ρητορική με επιστολή προς τον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (16 Φεβρουαρίου 2026) υπερασπιζόμενη το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και κατηγορώντας την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο για παραβίαση των τουρκικών «κυριαρχικών δικαιωμάτων».

Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία αντιθέτως εντάσσεται σε μια μακρά ιστορική διαδρομή κρίσεων, εντάσεων και αμφισβητήσεων που διαμορφώνουν το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων εδώ και μισό αιώνα.

Οι υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από ελληνικά νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου και οι ρητορικές εξάρσεις περί «αποστρατιωτικοποίησης» νησιών συντήρησαν ένα κλίμα διαρκούς έντασης όπου η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί τη συστηματοποίηση όλων των παραπάνω διεκδικήσεων. Δεν πρόκειται για αποσπασματική ρητορική αλλά για συνεκτικό γεωστρατηγικό δόγμα που διεκδικεί θαλάσσιες εκτάσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο αμφισβητώντας τη νομική βάση των ελληνικών θέσεων.

Η αποστολή επιστολών στον ΟΗΕ εντάσσεται σε μια στρατηγική διεθνοποίησης των τουρκικών θέσεων με στόχο τη δημιουργία πολιτικών και νομικών ερεισμάτων στο μέλλον.

Παρά τις κατά καιρούς συναντήσεις κορυφής και τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης ο πυρήνας της διαφοράς παραμένει ενεργός. Η Ελλάδα επιμένει στην προσφυγή στο Διεθνές Δίκαιο και σε ειρηνικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών. Η Τουρκία από την πλευρά της επιδιώκει ευρύτερη ατζέντα διαπραγμάτευσης θέτοντας ζητήματα που η Αθήνα θα έπρεπε να θεωρεί εκτός συζήτησης. Δεν χρειάζεται να πέσουμε στην παγίδα της συζήτησης για κάτι το οποίο μας ανήκει.

Η πρόσφατη επιστολή προς τον ΟΗΕ επιβεβαιώνει ότι παρά τα χαμόγελα της διπλωματίας η στρατηγική καχυποψία δεν έχει εκλείψει. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούν να κινούνται σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον διάλογο και τη διαρκή επιφυλακή με την Ιστορία να υπενθυμίζει ότι κάθε περίοδος ηρεμίας μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη.

Μέσα σε αυτό το διαχρονικό περιβάλλον πίεσης και αμφισβήτησης αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια πρέπει να είναι η στρατηγική ταυτότητα της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια; Η χώρα οφείλει να αποκτήσει μια ξεκάθαρη ισχυρή ταυτότητα δύναμης, πολιτικής, διπλωματικής, οικονομικής και αμυντικής. Να διαμορφώσει εθνική στρατηγική με βάθος χρόνου η οποία να μην εξαρτάται από συγκυριακές ισορροπίες ή εναλλαγές κυβερνήσεων. Η εθνική κυριαρχία και τα σύνορα της πατρίδας αποτελούν αδιαπραγμάτευτα θεμέλια πάνω σε αυτά δεν μπορεί να τίθεται θέμα συζήτησης ή υποχώρησης.

Κατά την άποψη όσων υιοθετούν μια πιο ριζική πολιτική προσέγγιση αυτή η στρατηγική αναγέννηση δεν μπορεί να προκύψει μέσα από το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα αλλά μόνο μέσα από μια νέα πολιτειακή συγκρότηση με ενεργό ρόλο των ίδιων των πολιτών. Η κατεύθυνση αυτή εκφράζεται μέσα από την Ελλήνων Συνέλευσις και τη δημιουργία μιας «Ελλήνων Πολιτείας» δομημένης από τους ίδιους τους Έλληνες πολίτες, με στόχο την πλήρη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και την επαναθεμελίωση της κρατικής ισχύος.

Σε κάθε περίπτωση το βέβαιο είναι ότι η γεωπολιτική πραγματικότητα δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει ποια στρατηγική ταυτότητα θέλει να έχει: ρόλο παθητικού παρατηρητή εξελίξεων ή ενεργού διαμορφωτή τους. Και αυτή η επιλογή τελικά ανήκει στους ίδιους τους πολίτες της.

Αλέξανδρος Γεωργιάδης.. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ