Η βαριά φορολογία δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν κρατικό προϋπολογισμό είναι μια καθημερινή εμπειρία πίεσης για χιλιάδες πολίτες. Σε μια χώρα όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και το κόστος ζωής αυξάνεται σταθερά, η φορολογική πολιτική μοιάζει να αγνοεί τις πραγματικές αντοχές της κοινωνίας.
Σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα φυσικών προσώπων, ο πολίτης φορολογείται κλιμακωτά από τα πρώτα κιόλας ευρώ του εισοδήματός του. Ενδεικτικά, τα εισοδήματα έως 10.000 ευρώ φορολογούνται με 9%, από 10.001 έως 20.000 ευρώ με 22%, από 20.001 έως 30.000 ευρώ με 28%, ενώ τα υψηλότερα εισοδήματα επιβαρύνονται με συντελεστές που φτάνουν έως και το 44%.
Στην πράξη, όμως, οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν όλη την αλήθεια. Γιατί πέρα από τον φόρο εισοδήματος, ο πολίτης καλείται να πληρώσει αυξημένο ΦΠΑ σχεδόν σε όλα τα βασικά αγαθά, ειδικούς φόρους κατανάλωσης στην ενέργεια και στα καύσιμα, καθώς και ασφαλιστικές εισφορές που συχνά δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό εισόδημα.
Έτσι, ένας εργαζόμενος με χαμηλό ή μεσαίο μισθό, πριν καν καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του, βλέπει ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του να επιστρέφει στο κράτος. Η φορολογία παύει να είναι αναλογική και μετατρέπεται σε δυσανάλογο βάρος, ιδιαίτερα για όσους δεν έχουν τη δυνατότητα φοροαποφυγής ή «δημιουργικής λογιστικής».
Η θεωρητική λειτουργία της φορολογίας είναι η στήριξη του κοινωνικού κράτους. Ωστόσο, όταν η ανταπόδοση είναι ελλιπής με δημόσια υγεία και παιδεία υπό διαρκή πίεση, η φορολογική επιβάρυνση βιώνεται ως άδικη. Ο πολίτης πληρώνει πολλά και λαμβάνει λίγα. Ιδιαίτερα οι μικρομεσαίοι επαγγελματίες και οι μισθωτοί της περιφέρειας βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση οικονομικής ασφυξίας. Η επιβίωση γίνεται βασικός στόχος, ενώ η προοπτική βελτίωσης της ζωής μοιάζει όλο και πιο μακρινή.
Ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα δεν κρίνεται μόνο από τα έσοδά του, αλλά από το αν επιτρέπει στον πολίτη να ζει με αξιοπρέπεια. Χωρίς ουσιαστική ελάφρυνση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και χωρίς πραγματική σύγκρουση με τη μεγάλη φοροδιαφυγή, η φορολογία δεν λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής συνοχής, αλλά ως μηχανισμός φτωχοποίησης.
Πρέπει να αμυνθούμε δυναμικά απέναντι στην άδικη φορολογική πολιτική των καθεστώτων. Η αντίσταση αυτή δεν μπορεί να είναι μεμονωμένη, μόνο μέσα από την ενότητα και τη συλλογική δράση μπορούμε να καταστήσουμε τη φωνή μας ισχυρή και αποτελεσματική. Η συσπείρωσή μας είναι το μοναδικό εργαλείο για να επιβάλουμε δίκαιους κανόνες και να προστατεύσουμε τα δικαιώματα μας απέναντι σε καταπιεστικά φορολογικά μέτρα. Η αποχή από τις κάλπες και φυσικά δεν είναι η λύση γιατί είναι συχνά αποτέλεσμα συνδυασμού απογοήτευσης, αδιαφορίας και κοινωνικών συνθηκών και η οποία δεν θα αλλάξει τίποτα, αντιθέτως μάλιστα δυναμώνει την εξουσία την καθεστωτική αλλά σαν ποσοστό δεν είναι μικρό και πρέπει να λάβει ενεργώ δράσει επί της ουσίας αφού πρώτα καταγραφεί και αποτυπωθεί το πραγματικό της μέγεθος αν πραγματικά θέλουμε να πούμε ότι και μέσα από αυτήν, ενωνόμαστε.
Το μεγάλο ποσοστό της αποχής δεν είναι απλώς στατιστικό στοιχείο είναι μια ισχυρή δύναμη που περιμένει να αξιοποιηθεί. Μέσα από την ενότητά μας, μπορούμε να μετατρέψουμε αυτήν τη δύναμη σε πραγματική πολιτική και κοινωνική επιρροή, ώστε να καταμετρηθεί και να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές.
Όταν οι φόροι δεν αφήνουν ανάσα, τότε η επιβίωση πράγματι γίνεται πολυτέλεια.
Αλέξανδρος Γεωργιάδης
