Για δεκαετίες, ο Έλληνας πολίτης ζει μέσα σε ένα φορολογικό καθεστώς που υπόσχεται σωτηρία ανάπτυξη και «δημοσιονομική σταθερότητα» αλλά στην πράξη παράγει μόνο εξάντληση αδικία και μια μόνιμη αίσθηση εξαπάτησης. Οι φόροι αυξάνονται, οι εισπράξεις θεωρητικά εκτοξεύονται, όμως το ερώτημα παραμένει πεισματικά αναπάντητο: πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;
Στην Ελλάδα η φορολογία δεν είναι εργαλείο ανάπτυξης είναι εργαλείο πανικού. Κάθε κυβέρνηση επικαλείται μια «έκτακτη ανάγκη» για να δικαιολογήσει νέες επιβαρύνσεις: κρίση, μνημόνια, πανδημία, ενεργειακό κόστος, πόλεμοι. Οι λόγοι αλλάζουν οι φόροι μένουν. Ό,τι επιβλήθηκε ως προσωρινό κατέληξε μόνιμο και ό,τι παρουσιάστηκε ως σωτηρία εξελίχθηκε σε οικονομικό στραγγαλισμό.
Ο ΕΝΦΙΑ παραμένει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, φόρος στην κατοχή, όχι στο εισόδημα. Πληρώνεται ακόμη κι όταν δεν υπάρχει ρευστό, ακόμη κι όταν το ακίνητο δεν αποδίδει τίποτα. Ένας φόρος που βαφτίστηκε «δικαιότερος» χωρίς ποτέ να πάψει να είναι βαθιά άδικος. Ένας φόρος που στην αρχή επιβλήθηκε για να έχει ισχύ ενός χρόνου αλλά καθιερώθηκε για πάντα παράνομα. Ο ΕΝΦΙΑ δεν είναι απλώς άδικος για χιλιάδες πολίτες και νομικούς, θεωρείται και θεσμικά προβληματικός. Πρόκειται για φόρο που επιβάλλεται στην απλή κατοχή περιουσίας ανεξάρτητα από το αν αυτή αποφέρει εισόδημα, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με βασικές αρχές της φορολογικής δικαιοσύνης και της αναλογικότητας. Όταν ένας πολίτης φορολογείται για κάτι που δεν του παράγει κανένα έσοδο ο φόρος παύει να έχει ανταποδοτικό ή κοινωνικά ανεκτό χαρακτήρα.
Η συνεχής αναπροσαρμογή αντικειμενικών αξιών χωρίς πραγματική σύνδεση με την αγορά, οι άνισες επιβαρύνσεις μεταξύ περιοχών και η αδυναμία πληρωμής χωρίς απώλεια βασικών αναγκών ενισχύουν το επιχείρημα ότι ο ΕΝΦΙΑ λειτουργεί τιμωρητικά. Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και χρόνια αποτελεί αντικείμενο προσφυγών στα δικαστήρια και μόνιμο σημείο κοινωνικής τριβής.
Ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά τιμωρεί πρώτα και κύρια τα χαμηλά εισοδήματα. Ο άνεργος και ο χαμηλόμισθος πληρώνουν το ίδιο ποσοστό με τον εύπορο, για τρόφιμα, ρεύμα και θέρμανση. Η ακρίβεια μετατρέπεται έτσι σε διπλό φόρο πρώτα στην τιμή και μετά στον συντελεστή.
Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα και ενέργεια αποτελούν μόνιμη πληγή. Σε μια χώρα χωρίς σοβαρές εναλλακτικές μετακίνησης και με βαρύ χειμώνα σε πολλές περιοχές, η θέρμανση και η μετακίνηση γίνονται πολυτέλεια. Κι όμως το κράτος εισπράττει αδιάκοπα, αδιαφορώντας για το κοινωνικό κόστος.
Τα δημόσια έσοδα καταγράφουν συχνά «ρεκόρ». Στην καθημερινότητα όμως τα αποτελέσματα είναι αόρατα. Νοσοκομεία χωρίς προσωπικό, σχολεία με ελλείψεις, υποδομές σε διαρκή απαξίωση. Ο πολίτης πληρώνει αλλά δεν προστατεύεται, δεν εξυπηρετείται, δεν αισθάνεται ότι ζει σε ένα κράτος που σέβεται τις θυσίες του.
Το φορολογικό βάρος πέφτει σταθερά στους ίδιους: μισθωτούς, συνταξιούχους, μικρομεσαίους. Εκείνους δηλαδή που δεν έχουν τρόπο διαφυγής. Την ίδια στιγμή, μεγάλα εισοδήματα και ισχυρά συμφέροντα κινούνται σε ένα θολό τοπίο απαλλαγών ρυθμίσεων και ανοχής. Η ανισότητα δεν είναι ατύχημα είναι δομικό στοιχείο του συστήματος.
Η φορολογία προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι πληρώνει σε ένα βαρέλι χωρίς πάτο, η φορολογική συνείδηση διαλύεται. Δεν πρόκειται για άρνηση συμμετοχής στο κοινό καλό, αλλά για αγανάκτηση απέναντι σε ένα κράτος που ζητά συνεχώς περισσότερα και επιστρέφει συνεχώς λιγότερα.
Δεν είναι παράλογο με τα σημερινά δεδομένα και με ανίκανες κυβερνήσεις να πληρώνουμε φόρους. Παράλογο είναι να πληρώνουμε άδικους και εξαντλητικούς φόρους χωρίς διαφάνεια χωρίς λογοδοσία και χωρίς αποτέλεσμα. Όσο οι άπειρες εισπράξεις δεν μεταφράζονται σε κοινωνική ευημερία, θα παραμένουν απλώς αριθμοί στους πίνακες και βάρος στις πλάτες των ίδιων ανθρώπων. Και αυτό δεν είναι οικονομική αποτυχία είναι πολιτική επιλογή.
Η κοινωνική αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Κάθε νέος φόρος κάθε «διόρθωση» και κάθε υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα συσσωρεύει θυμό, απογοήτευση και αίσθηση αδιεξόδου. Ο πολίτης περιορίζει την κατανάλωση, αναβάλλει τη ζωή του, εξαντλεί τις αποταμιεύσεις του και τελικά αμφισβητεί τη χρησιμότητα της ίδιας του της συνέπειας.
Όταν η φορολογία παύει να υπηρετεί την κοινωνία και λειτουργεί ως μηχανισμός τιμωρίας, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αντίδραση, αλλά πότε. Και τότε, καμία λογιστική επιτυχία δεν αρκεί για να κρύψει τη βαθιά ρήξη ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες του.
Αλέξανδρος Γεωργιάδης
