Ο μέσος όρος ηλικίας του στόλου οχημάτων στην Ελλάδα έχει φτάσει τα 17,3 έτη, κατατάσσοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική ή περιβαλλοντική παράμετρο αλλά έναν αδιάψευστο δείκτη της οικονομικής ασφυξίας που βιώνει ο Έλληνας πολίτης εδώ και πάνω από μία δεκαετία.
Η διατήρηση τόσο παλαιών οχημάτων στην κυκλοφορία δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαστική συνέπεια της συνεχούς αποδυνάμωσης του εισοδήματος των νοικοκυριών. Ο πολίτης καλείται να αντεπεξέλθει σε ένα περιβάλλον υπερφορολόγησης με αλλεπάλληλες επιβαρύνσεις μέσω άμεσων και έμμεσων φόρων ενώ την ίδια στιγμή η αγοραστική του δύναμη συρρικνώνεται δραματικά. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στον πάτο της Ε.Ε. όσον αφορά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, γεγονός που αποτυπώνεται καθημερινά στην αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών.
Οι κομματικές κυβερνήσεις φέρουν ακέραια την ευθύνη για αυτή την κατάσταση, καθώς αποδέχθηκαν να υπογράψουν τα μνημόνια και να εφαρμόσουν πολιτικές που οδήγησαν στην οικονομική εξόντωση της κοινωνίας. Η εφαρμογή αυτών των πολιτικών δεν κατέστρεψε μόνο την εθνική οικονομία, αλλά αποδιάρθρωσε και την κοινωνική συνοχή μετατρέποντας τη μετακίνηση ένα βασικό κοινωνικό δικαίωμα σε δυσβάσταχτο κόστος.
Ως αποτέλεσμα, στους ελληνικούς δρόμους κυκλοφορούν ακόμη οχήματα που κατασκευάστηκαν πριν από δύο και τρεις δεκαετίες. Οχήματα τα οποία παρά τις προσπάθειες συντήρησης των ιδιοκτητών τους δεν μπορούν πλέον να προσφέρουν επαρκή επίπεδα ενεργητικής και παθητικής ασφάλειας. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων και επιβαρύνει τόσο την ανθρώπινη ζωή όσο και το ήδη πιεσμένο σύστημα υγείας.
Την ίδια στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί σχέδια για τη σταδιακή απόσυρση των παλαιών οχημάτων με στόχο τον περιορισμό των ρύπων και την ανανέωση του στόλου. Παρότι σε θεωρητικό επίπεδο τα μέτρα αυτά παρουσιάζονται ως περιβαλλοντικά αναγκαία στην πράξη αγνοούν τις ιδιαιτερότητες χωρών όπως η Ελλάδα. Η απουσία ουσιαστικών κινήτρων και οικονομικής στήριξης καθιστά την εφαρμογή τους πρακτικά αδύνατη για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών.
Οι τιμές αγοράς νέων αυτοκινήτων παραμένουν απαγορευτικές. Η υπερβολική φορολόγηση η οποία σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά το 30% της τελικής αξίας, καθιστά την απόκτηση σύγχρονου και ασφαλούς οχήματος προνόμιο για λίγους. Έτσι οι πολίτες εξαναγκάζονται να συντηρούν παλιά οχήματα αποδεχόμενοι αυξημένο κόστος επισκευών και μειωμένα επίπεδα ασφάλειας, απλώς για να μπορούν να μετακινούνται.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον το πώς αξιοποιούνται τα έσοδα από τη φορολογία, αλλά η παντελής έλλειψη κρατικής μέριμνας και ουσιαστικής στήριξης προς τον πολίτη. Το κράτος ως θεσμός που συγκροτείται από την κοινωνία οφείλει να διαχειρίζεται τους πόρους με γνώμονα τη συλλογική ευημερία και να χαράσσει αναπτυξιακή πορεία. Είναι αδιανόητο ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λαμβάνει μονομερείς αποφάσεις που λειτουργούν εις βάρος των πολιτών του.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Πολιτικός Φορέας “Ελλήνων Συνέλευσις” στοχεύει στη ριζική ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, έτσι όπως σφραγίστηκαν και κατατέθηκαν στην εισαγγελία Αρείου Πάγου πρωτ. 6199/4-9-2015 οι προγραμματικές δηλώσεις του. Η αγορά νέου αυτοκινήτου θα γίνεται ατελώς, χωρίς άδικους και παράλογους φόρους, επιτρέποντας στον πολίτη να αποκτήσει σύγχρονο και ασφαλές μέσο μετακίνησης. Παράλληλα θα επενδυθούν κεφάλαια για την ανάπτυξη εγχώριας αυτοκινητοβιομηχανίας δημιουργώντας θέσεις εργασίας και ενισχύοντας την εθνική οικονομία.
Οι εθνικές οδοί θα αναβαθμιστούν ώστε να ανταποκρίνονται στα σύγχρονα πρότυπα ασφάλειας και λειτουργικότητας ενώ τα διόδια θα αποτελέσουν παρελθόν. Τα καύσιμα θα διατίθενται σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές γεγονός που θα μειώσει δραστικά το κόστος μεταφορών. Ως άμεση συνέπεια, το κόστος προϊόντων και υπηρεσιών θα υποχωρήσει ανακουφίζοντας την καθημερινότητα των πολιτών.
Τέλος, ο κατώτατος μισθός θα διαμορφωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται αξιοπρεπής διαβίωση με το 50% αυτού, αποκαθιστώντας την κοινωνική ισορροπία και δίνοντας πραγματική προοπτική στα ελληνικά νοικοκυριά.
Αλέξανδρος Γεωργιάδης
