Στην Ελλάδα οι φωτιές στα εργοστάσια δεν είναι απλώς «ατυχήματα» είναι συχνά το τελευταίο κεφάλαιο μιας μακράς ιστορίας πολιτικής εγκατάλειψης, απαξίωσης και μυστηριώδους σιωπής. Κάθε φορά που μια βιομηχανική μονάδα καίγεται ολοσχερώς δεν χάνεται μόνο ένα κτίριο ή ένας εξοπλισμός χάνεται ένα κομμάτι παραγωγικής ιστορίας, εργατικής μνήμης και συλλογικής ταυτότητας.
Από τους αλευρόμυλους Αλλατίνη στη Θεσσαλονίκη έως τις κλωστοϋφαντουργίες της Νέας Ιωνίας, από τη ΧΡΩΠΕΙ(Χρωματουργεία Πειραιώς) στο Νέο Φάληρο, έως δεκάδες εργοστάσια που μετατράπηκαν σε κουφάρια μετά από μυστηριώδεις πυρκαγιές το μοτίβο επαναλαμβάνεται: πρώτα η οικονομική ασφυξία, μετά η εγκατάλειψη, και στο τέλος η φωτιά. Μια φωτιά που συχνά λειτουργεί ως τελειωτικό χτύπημα ή και ως βολική λύση.
Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα καίγονται ακμαίες κερδοφόρες βιομηχανίες. Καίγονται κυρίως εκείνες που έχουν ήδη απομείνει στην χώρα μας. Εκείνες που δεν χωρούν πια στον σχεδιασμό της «ανάπτυξης» που δεν συνεργάζονται με τα ξένα συμφέροντα που βρίσκονται σε φιλέτα γης που θεωρούνται βαρίδια για τον γενικό σχεδιασμό της ΕΛΙΤ.
Στη μεταπολεμική Ελλάδα η αποβιομηχάνιση δεν έγινε μόνο με νόμους και αγορές. Έγινε και με τη λήθη. Και η λήθη συχνά μυρίζει καμένο. Οι εργατικές συνοικίες που χτίστηκαν γύρω από τα εργοστάσια έμειναν χωρίς εργοστάσια χωρίς δουλειές χωρίς αφήγημα. Κανείς δεν μίλησε σοβαρά για βιομηχανική πολιτική, για προστασία της παραγωγής, για διατήρηση της βιομηχανικής κληρονομιάς.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι μάθαμε να το θεωρούμε φυσιολογικό. Ένα ακόμα εργοστάσιο καίγεται, ένα ακόμα δελτίο ειδήσεων, λίγες δηλώσεις και μετά σιωπή. Καμία ουσιαστική συζήτηση για τα αίτια καμία αποτίμηση των συνεπειών, καμία στρατηγική για να μη συμβεί ξανά. Σαν να έχουμε αποδεχτεί ότι η Ελλάδα δεν παράγει μόνο καταναλώνει, εισάγει και θυμάται επιλεκτικά.
Κι όμως, χωρίς παραγωγή δεν υπάρχει ούτε κοινωνική συνοχή ούτε αξιοπρέπεια. Χωρίς βιομηχανική μνήμη δεν υπάρχει ιστορική συνέχεια. Κάθε καμένο εργοστάσιο είναι ένα καμένο ερώτημα. Ποιο μοντέλο ανάπτυξης θέλουμε και ποιο αφήσαμε να καεί;
Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μετράμε τις στάχτες και να αρχίσουμε να μετράμε τις ευθύνες. Γιατί όταν καίγεται η βιομηχανία μιας χώρας δεν φταίει μόνο η φωτιά φταίει και ό,τι προηγήθηκε κάτι που δεν έγινε ποτέ.
Η ελληνική βιομηχανία και βιοτεχνία δεν πέθαναν από αδυναμία ή έλλειψη φαντασίας. Η αποβιομηχάνιση που παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες με όλα τα επακόλουθα και των ατυχημάτων ακολουθεί σχέδιο καλά κρυμμένο και μέσα από πολιτικές αποφάσεις, που ουσιαστικά λειτουργούν ως Δούρειος Ίππος όπου δημιουργεί οικονομικό πόλεμο χωρίς όπλα που εξουδετερώνει την παραγωγική βάση, στερεί την εθνική αυτονομία και μετατρέπει τη χώρα σε αγορά προϊόντων που δεν παράγει η ίδια.
Αλέξανδρος Γεωργιάδης
