Νομοσχέδιο τομή ή σχέδιο ιδιωτικοποίησης; Εργαζόμενοι, αρχαιολόγοι και νομικοί καταγγέλλουν ότι η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς περνά σε εταιρικό μοντέλο, ενώ το υπουργείο μιλά για εκσυγχρονισμό και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων.
Η διαχείριση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς εισέρχεται σε μια νέα εποχή, με το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού που προβλέπει τη σύσταση Ανώνυμης Εταιρείας του Οργανισμού Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η κυβερνητική πρωτοβουλία, η οποία παρουσιάζεται ως εργαλείο εκσυγχρονισμού και καλύτερης αξιοποίησης των πολιτιστικών πόρων, έχει ήδη προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από εργαζόμενους, επιστημονικούς φορείς και εκπροσώπους της νομικής κοινότητας, οι οποίοι προειδοποιούν ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται τα δημόσια μνημεία.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του σχεδίου νόμου, η νέα εταιρεία θα αναλάβει ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων που μέχρι σήμερα ασκούνταν από δημόσιες υπηρεσίες και τον ΟΔΑΠ. Μεταξύ άλλων, θα διαχειρίζεται τα εισιτήρια αρχαιολογικών χώρων και μουσείων, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, την αξιοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, καθώς και την εμπορική προβολή και ανάπτυξη των πολιτιστικών αγαθών. Η διάρκεια της σύμβασης ορίζεται στα 50 χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης για ακόμη μισό αιώνα, πρόβλεψη που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής.
Το οικονομικό αντικείμενο της νέας εταιρείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Μόνο το 2025 τα έσοδα από τη συνολική δραστηριότητα του ΟΔΑΠ προσέγγισαν τα 250 εκατομμύρια ευρώ, γεγονός που καθιστά τη διαχείρισή τους κομβικό ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Το νομοσχέδιο προβλέπει αρχική κρατική χρηματοδότηση ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και επιπλέον κεφαλαιακή ενίσχυση μέσω μετοχών από το Δημόσιο και τον ΟΔΑΠ. Από τα καθαρά έσοδα, το 60% θα αποδίδεται στον ΟΔΑΠ, ενώ το υπόλοιπο θα παραμένει στην εταιρεία για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας και των επενδυτικών της δράσεων.
Οι εργαζόμενοι του Υπουργείου Πολιτισμού κάνουν λόγο για ένα ακόμη βήμα προς την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υποστηρίζουν ότι αρχαιολογικοί χώροι, μουσεία και ιστορικά μνημεία αντιμετωπίζονται πλέον ως οικονομικά προϊόντα, με κριτήριο την εμπορική τους απόδοση και όχι τον εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους ρόλο. Παράλληλα, εκφράζουν φόβους ότι η νέα εταιρεία θα αποκτήσει ουσιαστικά επιτελικό ρόλο στον σχεδιασμό της πολιτιστικής πολιτικής, περιορίζοντας τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών του υπουργείου και των Εφορειών Αρχαιοτήτων.
Σημαντικές ενστάσεις διατυπώνονται και για τη διοίκηση του νέου φορέα. Το Διοικητικό Συμβούλιο και ο διευθύνων σύμβουλος θα επιλέγονται με εισήγηση των συναρμόδιων υπουργείων, ενώ η λειτουργία της εταιρείας θα διέπεται από τους κανόνες της εταιρικής διακυβέρνησης. Οι επικριτές του νομοσχεδίου θεωρούν ότι το συγκεκριμένο μοντέλο δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις διαφάνειας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη διαχείριση σημαντικών δημόσιων εσόδων και περιουσιακών στοιχείων.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλούν και οι νέες δυνατότητες που προβλέπονται για την ανάπτυξη εξατομικευμένων εμπειριών στους αρχαιολογικούς χώρους, όπως θεματικές εκδηλώσεις, γαστρονομικές δράσεις και άλλες εμπορικές δραστηριότητες. Οι συνδικαλιστικοί φορείς υποστηρίζουν ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα των μνημείων, μετατρέποντάς τα σταδιακά σε χώρους επιχειρηματικής εκμετάλλευσης.
Παράλληλα, νομικοί και ειδικοί σε ζητήματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς εκφράζουν επιφυλάξεις για τη συνταγματικότητα ορισμένων διατάξεων. Όπως υποστηρίζουν, η μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μεταβάλλει τον τρόπο άσκησης της πολιτιστικής πολιτικής και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση των δημόσιων πόρων και την προστασία των αρχαιοτήτων, όπως αυτή κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.
Έντονη κριτική ασκείται και για τη μελέτη βιωσιμότητας που, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία της εταιρείας, αλλά δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα. Όπως σημειώνουν, η απουσία δημόσιας πρόσβασης στα σχετικά στοιχεία δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας του νέου μοντέλου διαχείρισης.
Η αντιπαράθεση αναμένεται να κορυφωθεί το επόμενο διάστημα, καθώς το νομοσχέδιο εισέρχεται στη νομοθετική διαδικασία. Για την κυβέρνηση πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που φιλοδοξεί να καταστήσει πιο ευέλικτη και αποδοτική τη διαχείριση της πολιτιστικής περιουσίας. Για τους επικριτές του, όμως, αποτελεί το πιο καθοριστικό βήμα μέχρι σήμερα προς την εταιρικοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υποχώρηση του δημόσιου χαρακτήρα της προστασίας και της ανάδειξης των μνημείων της χώρας.
Αλέξανδρος Γεωργιάδης.
