Ανατίναξαν τους Εκσκαφείς, Υπόσχονται Data Centers: Το Χρονικό της Απαξίωσης της Δυτικής Μακεδονίας

Δεν ανατινάχθηκαν μόνο οι εκσκαφείς της ΔΕΗ. Μαζί τους ανατινάχθηκε ένα σημαντικό κομμάτι της παραγωγικής ιστορίας της Δυτικής Μακεδονίας. Ανατινάχθηκαν υποδομές που δημιουργήθηκαν με δημόσιο χρήμα, με τον κόπο των εργαζομένων και με τις θυσίες των τοπικών κοινωνιών που επί δεκαετίες στήριξαν την ενεργειακή επάρκεια της χώρας.


Η καταστροφή ή η εγκατάλειψη των εκσκαφέων δεν αφορά απλώς παλιά μηχανήματα που έπαψαν να είναι χρήσιμα. Αφορά περιουσιακά στοιχεία στρατηγικής σημασίας, τα οποία αποκτήθηκαν με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων και αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της παραγωγικής και ενεργειακής ανάπτυξης της χώρας. Κάθε πολιτική απόφαση που οδηγεί στην απαξίωση τέτοιων υποδομών αφήνει πίσω της οικονομικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές πληγές που δύσκολα επουλώνονται.

Οι συνέπειες αυτών των επιλογών είναι ήδη ορατές. Λιγότερες θέσεις εργασίας, οικονομική συρρίκνωση, δημογραφική αιμορραγία και αβεβαιότητα για χιλιάδες οικογένειες που βλέπουν τον τόπο τους να χάνει σταδιακά τον παραγωγικό του χαρακτήρα.

Και ενώ η Δυτική Μακεδονία μετρά τις απώλειες της από την απολιγνιτοποίηση και την εγκατάλειψη κρίσιμων υποδομών, εμφανίζεται σήμερα ένα νέο αφήγημα. Ένα αφήγημα που παρουσιάζει ως αναπτυξιακή σωτηρία τη δημιουργία data centers στις εκτάσεις και τις περιοχές που μέχρι χθες φιλοξενούσαν τη βαριά ενεργειακή δραστηριότητα της χώρας.

Το ερώτημα όμως είναι απλό: μπορεί πραγματικά ένα data center να αντικαταστήσει όσα χάθηκαν;

Το τελευταίο διάστημα ολοένα και περισσότεροι κυβερνητικοί παράγοντες και εκπρόσωποι του συστήματος επιχειρούν να πείσουν τους πολίτες ότι η εγκατάσταση ενός data center συνιστά μεγάλη επένδυση για την περιοχή. Όσοι εκφράζουν επιφυλάξεις ή αντιδρούν χαρακτηρίζονται εύκολα ως λαϊκιστές ή πολέμιοι της ανάπτυξης.

Ωστόσο, οι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας έχουν κάθε δικαίωμα να ζητούν απαντήσεις. Διότι μέχρι σήμερα κανείς δεν έχει εξηγήσει με σαφήνεια ποια θα είναι τα πραγματικά οφέλη αυτής της επένδυσης για την τοπική κοινωνία.

Πόσες μόνιμες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν; Πόσες από αυτές θα αφορούν κατοίκους της περιοχής; Θα μπορέσουν να αναπληρώσουν τις εκατοντάδες θέσεις που χάθηκαν από το κλείσιμο των ΑΗΣ και τη συρρίκνωση της λιγνιτικής δραστηριότητας; Ή πρόκειται για μια επένδυση με περιορισμένο κοινωνικό αποτύπωμα, η οποία παρουσιάζεται ως πανάκεια χωρίς να μπορεί να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες της περιοχής;

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το ερώτημα γιατί επιλέγεται η κατεδάφιση ή η εγκατάλειψη υφιστάμενων παραγωγικών υποδομών, όταν υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις και εναλλακτικές λύσεις για την υλοποίηση νέων επενδύσεων. Γιατί πρέπει η ανάπτυξη να περνά μέσα από την καταστροφή όσων δημιουργήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες;

Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά μιλούν για επενδύσεις και ανάπτυξη. Από την άλλη, η περιοχή χάνει εργοστάσια, θέσεις εργασίας, υποδομές και πληθυσμό. Οι πολίτες βλέπουν την πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω τους και δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν σε αυτήν το αφήγημα της «δίκαιης μετάβασης».

Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας της χώρας. Με το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, ποιος είναι ο σχεδιασμός για την κάλυψη της χαμένης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας; Πώς θα προστατευθεί η ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας σε περιόδους διεθνών κρίσεων; Και ποιο θα είναι το πραγματικό κόστος για τα ελληνικά νοικοκυριά και την οικονομία;

Η Δυτική Μακεδονία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας χώρος όπου εφαρμόζονται πολιτικά πειράματα χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Οι κάτοικοί της δεν είναι αριθμοί σε αναπτυξιακούς σχεδιασμούς ούτε μπορούν να αρκεστούν σε γενικές υποσχέσεις περί επενδύσεων.

Αυτό που ζητούν είναι συγκεκριμένα στοιχεία, πραγματικές δεσμεύσεις και λογοδοσία. Ζητούν να γνωρίζουν ποιο είναι το συνολικό σχέδιο για τον τόπο τους και πώς θα διασφαλιστεί ότι η μετάβαση δεν θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση.

Γιατί τελικά το ζήτημα δεν είναι μόνο οι εκσκαφείς που καταστράφηκαν ούτε μόνο τα data centers που σχεδιάζονται. Το πραγματικό ζήτημα είναι αν η Δυτική Μακεδονία θα αποκτήσει ένα νέο βιώσιμο παραγωγικό μέλλον ή αν θα συνεχίσει να παρακολουθεί την αποδόμηση όσων έχτισε επί δεκαετίες στο όνομα μιας μετάβασης που μέχρι σήμερα έχει αφήσει περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.

Και όσο αυτά τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να αμφισβητούν, να διεκδικούν και να απαιτούν διαφάνεια για αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του τόπου τους και των επόμενων γενεών.

 Αλέξανδρος Γεωργιάδης..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ